|
Συστηματική Κατάταξη |
|
|
Επισ. ονομασία: |
Puntazzo puntazzo |
|
Ομοταξία: |
Οστεϊχθύς |
|
Υφομοταξία: |
Ακτινοπτερυγίοι |
|
Υπέρταξη: |
Τελεόστεοι |
|
Οικογένεια: |
Sparidae |
Ιχθυολογικά χαρακτηριστικά
Κοινό στη Μεσόγειο, σπάνιο στη Μαύρη Θάλασσα. Κοινό στις περιοχές του Ατλαντικού από το Γιβραλτάρ ως τη Σιέρρα Λεόνε, σπάνιο στο βορρά (Βισκαϊκός κόλπος), απουσιάζει από τη Μαδέρα και συναντάται στα Κανάρια νησιά και τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου.
Οικολογία – Βιότοποι
Προτιμά τα παραλιακά νερά με βραχώδη βυθό ως 150 μέτρα (κύρια στα 60 μέτρα). Τα νεαρά άτομα κοντά στην ακτή και μερικές φορές σε υφάλμυρα (βαθύς λιμνοθάλασσες). Σχηματίζει κοπάδια. Είναι παμφάγο και τρέφεται με άλγη, σκουλήκια, μύδια, γαρίδες. Δεν υπάρχουν στοιχεία για την αναπαραγωγή.
|
Συστηματική Κατάταξη |
|
|
Όνομα: |
Λαβράκι (Λαυράκι) (Dicentarchus lavrax L.) |
|
Οικογένεια: |
Serranidae |
|
Υπόταξη: |
Percoidei |
|
Γένος: |
Dicentarchus |
Ιχθυολογικά Χαρακτηριστικά
Το λαβράκι παρουσιάζει σώμα επίμηκες, ατρακτοειδές το οποίο καταλήγει σε ευρύ στόμα με πολλές σειρές από δόντια και στις δύο σιαγώνες, στην υπερώα, τη γλώσσα και στο μπροστινό μόνο μέρος του Vomer.
Το βραγχιοκάλυμμα διαθέτει δύο αγκάθια ευδιάκριτα στο πίσω μέρος. Προεπικαλυμματικό οδοντωτό στο πίσω μέρος και αγκαθωτό στο κάτω μέρος. Υπάρχουν δύο ραχιαία πτερύγια και ένα κοιλιακό, ενώ το ουραίο πτερύγιο έχει σχήμα ελαφρά διχαλωτό.
Το χρώμα του σώματος είναι ασημένιο, γκρίζο μολυβί στη ράχη. Μία διχαλωτή μαύρη ή σκοτεινή καφέ κηλίδα πάνω στο βραγχιοκάλυμμα. Τα λέπια τους είναι κτενοειδή (65-68 λέπια στην πλάγια γραμμή).
Το κρέας είναι εξαιρετικής ποιότητας και θεωρείται από τα νοστιμότερα ψάρια, με απόδοση σε φιλέτο που κυμαίνεται από 60-69% και χημική σύσταση:
|
Νερό |
78.80% |
|
Πρωτεϊνες |
19.06% |
|
Θερμίδες |
98/100g κρέατος |
|
Λίπη |
1.51% |
|
Τέφρα |
1.50% |
Διατροφή – Φυσική
Ψάρι σαρκοφάγο , αρπακτικό, κυνηγός, τρέφεται προτιμώντας μικρότερα είδη ψαριών.
Αναπαραγωγή
Γονοχωριστικό είδος με τα αρσενικά να φτάνουν στην ωρίμανση αρκετά νωρίς δεύτερο-τρίτο χρόνο ενώ τα θηλυκά τρίτο με τέταρτο. Η αναπαραγωγή στις ελληνικές θάλασσες διαρκεί από τέλη Νοεμβρίου έως και μέσα Φεβρουαρίου (εξαρτώμενη από τις θερμοκρασιακές μεταβολές της θάλασσας σε συνδυασμό με τη φωτοπερίοδο).
Οικολογία – Βιότοποι
Συναντάται στον Ατλαντικό από τα Κανάρια νησιά μέχρι την Νορβηγία, την Μεσόγειο και την Μαύρη θάλασσα. Είναι ψάρι ευρύαλο, στενόθερμο που απαντά σε υφάλμυρα νερά. Προτιμά βυθούς αμμώδεις ή βραχώδεις. Τα αρσενικά φθάνουν στη σεξουαλική ωριμότητα τον δεύτερο με τρίτο χρόνο της ζωής τους, ενώ τα θηλυκά τον τρίτο με τέταρτο. Είναι καταδρομικό είδος (γεννά στη θάλασσα), ενώ αναπαράγεται την περίοδο μεταξύ Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου. Είναι σαρκοφάγο, λαίμαργο και αρπακτικό ψάρι στην λαιμαργία του οποίου οφείλεται και η ονομασία λύκος.
|
Συστηματική Κατάταξη |
|
|
Όνομα: |
Τσιπούρα (Sparus aurata) |
|
Ομοταξία: |
Οστεϊχθύς |
|
Υφομοταξία: |
Ακτινοπτερυγίοι |
|
Υπέρταξη: |
Τελεόστεοι |
|
Τάξη: |
Perciforms |
|
Οικογένεια: |
Sparidae |
Ιχθυολογικά Χαρακτηριστικά
Η τσιπούρα έχει σώμα επίμηκες, πλευρικά πιεσμένο. Η ράχη της είναι φουσκωμένη και το ρύγχος μικρό. Στο μπροστινό τμήμα και των δύο σιαγόνων έχει 4-6 κυνόδοντες και πίσω από αυτούς 2-4 σειρές δοντιών, που είναι αμβλεία και προοδευτικά μετατρέπονται σε τραπεζίτες.Οι δύο εξωτερικές σειρές δοντιών είναι ισχυρότερες.
Διαθέτει ένα ραχιαίο πτερύγιο το οποίο είναι μακρύ και κοντό και στην μέση του ύψους του υπάρχει μια σκοτεινή ταινία, περισσότερο ή λιγότερο ορατή. Το πτερύγιο της ουράς έχει τις παρυφές μαύρες. Το χρώμα του σώματος είναι ασημένιο γκρι με τη ράχη γκριζογαλάζια και τα πλευρά κίτρινο ασημένια. Στην μετωπική επιφάνεια, ανάμεσα στα μάτια έχει μια χρυσοκίτρινη λουρίδα, σχήματος V.
Τα λέπια της είναι κτενοειδή (73-85 πάνω στην πλάγια γραμμή) ενώ πάνω στο βραγχιοκάλυμμα, στην αρχή της πλάγιας γραμμής έχει μια μαύρη κηλίδα που υπογραμμίζεται από κόκκινο χρώμα.
Το μέγιστο μήκος φθάνει τα 70 εκ. και βάρος 6 Kg (συνήθως 30-35 εκ. μέγιστο μήκος).
Το κρέας του είναι εξαιρετικής ποιότητας ενώ η απόδοση σε φιλέτο ανέρχεται σε 48% και η χημική του σύσταση περιγράφεται παρακάτω:
|
Νερό |
81.10% |
|
Πρωτεϊνες |
17.00% |
|
Θερμίδες |
80/100g κρέατος |
|
Λίπη |
0.93% |
|
Τέφρα |
0.97% |
Διατροφή – Φυσική
Ψάρι σαρκοφάγο, αρπακτικό, τρέφεται προτιμώντας ελασματοβράγχια (δίθυρα), μαλάκια και άλλα οστρακοειδή, μαλακόστρακα.
Αναπαραγωγή
Πρώτανδρο ερμαφρόδιτο είδος που φτάνει σε γενετική ωρίμανση σταδιακά και περίπου στην ολοκλήρωση του πρώτου έτους ηλικίας του, αναπτύσσοντας τις ανδρικές γονάδες που αντικαθιστούν σταδιακά (από μέσα προς τα έξω) τις θηλυκές ωοθήκες. Η πλήρη αλλαγή παρατηρείται περίπου μετά το τρίτο έτος ηλικίας του και επομένως, τα άτομα πέραν των τριών ετών είναι κατά τεκμήριο θηλυκά. Η φυσική αναπαραγωγή πραγματοποιείται περίπου μεταξύ τέλη Σεπτεμβρίου με τέλη Νοεμβρίου (εξαρτώμενη από τις θερμοκρασιακές μεταβολές της θάλασσας σε συνδυασμό με τη φωτοπερίοδο).
Οικολογία – Βιότοποι
Είναι ευρύαλο στενόθερμο ψάρι με μεγάλη ευαισθησία στο κρύο. Απαντάται σε παράκτιες περιοχές, με προτίμηση στα υφάλμυρα νερά, βυθούς αμμώδεις και μαύρες φυκιάδες (Posidonia oceanica), και σε βάθη από 5-30μ. το καλοκαίρι, περισσότερο βαθιά τον χειμώνα (μέχρι 150μ.). Ζεί είτε μόνο είτε σε μικρές ομάδες. Είναι κυρίως σαρκοφάγο και τρέφεται με δίθυρα μαλάκια, μαλακόστρακα και ψάρια. Αναπαράγεται την περίοδο μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου. Είναι ερμαφρόδιτο, πρωτανδρικό είδος το οποίο μέχρι το 2ο έτος της ηλικίας είναι αρσενικό και στη συνέχεια γίνεται θηλυκό.




powered by web-way